- μεσώ
- μεσῶ, -όω, Μ μεσώνω και μεσώννω) [μέσος]νεοελλ.(μόνο σε φρ.) «μεσούντος τού μηνός», «μεσούσης τής εβδομάδας» κ.λπ.κατά τα μέσα τού μήνα, τής εβδομάδας κ.λπ.μσν.γεμίζω κάτι («ἕνα ποτήριν... καὶ μεσώννουν τὸ κρασίν», Μαχ.)μσν.-αρχ.είμαι ή φθάνω στη μέση, βρίσκομαι κατά τα μέσα (α. «ἡ ἑβδομάδα ἐμέσωσε», Διήγ. ωραιότ.β. «ἐν ἀρχῇ πῆμα κοὐδέπω μεσοῑ» — το πάθημα είναι στην αρχή και δεν έφθασε ακόμη στη μέση, Ευρ.)αρχ.1. (ειδ. για χρόνο) φρ. α) «μεσοῡσα ἡμέρη» — το μισό τής ημέραςβ) «θέρους μεσοῡντος» — κατά τα μισά τού θέρουςγ) «ἐν (ἐνιαυτῷ) μεσοῡντι» — κατά τα μέσα τού έτουςδ) «πρὸς ἥλιον μεσοῡντα» — κατά το μεσουράνημα τού Ηλίου, κατά το μεσημέρι2. (με γεν.) είμαι στα μέσα τού... («μεσοῡντα τῆς ἀρχῆς» — ενώ βρισκόταν στα μέσα τού χρόνου τής εξουσίας του, Σχόλ. στον Αισχίν.).
Dictionary of Greek. 2013.